Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2007

Η έρημος του κόκκινου φεγγαριού ΕΙΡΗΝΗ ΣΒΙΤΖΟΥ





Η έρημος του κόκκινου φεγγαριού

Ειρήνη Σβίτζου

Καλυδών

…Δεν είναι ότι ζηλεύω –μεταξύ μας, ίσως λιγάκι-, αλλά πιο πολύ θυμώνω. Πώς είναι δυνατόν κάποιοι να έχουν τόσα λεφτά και να ζουν τόσο προκλητικά ενώ δεν προσφέρουν τίποτα ουσιαστικό στο κοινωνικό γίγνεσθαι; Ενώ δεν υπηρετούν καν κάποια τέχνη, και στη δουλειά τους μόνο περιγραφικό ορισμό θα μπορούσε κανείς να αποδώσει…
Από την άλλη, υπάρχουν άνθρωποι που εργάζονται από το πρωί ως το βράδυ, σε δουλειές δύσκολες, ακόμα κι επικίνδυνες, απαιτητικές και σκληρές, και τόσα χρήματα δεν θα καταφέρουν ν’ αποκτήσουν ποτέ στη ζωή τους. Θυμώνω, γιατί αυτούς τους γνωρίζουν ελάχιστοι και δεν γίνονται ποτέ θέμα στην τηλεόραση. Γιατί δεν τους λέει κανείς έναν ενθαρρυντικό λόγο για όσα κάνουν και γιατί έτσι, όπως έχουμε καταντήσει, τους κοιτάζουμε υποτιμητικά επειδή δεν φορούν ακριβά ρούχα, δεν οδηγούν αυτοκίνητα μεγάλου κυβισμού και δεν έχουν βίλες στη Μύκονο ή στο Παρίσι. Αλλά όλοι αυτοί, πολύ απλά, δεν είναι «κάποιοι». Σταθήκαμε όλοι μας πολύ αφελείς ή φυγόπονοι και ανεχτήκαμε την υποβάθμιση διαχρονικών ανθρώπινων αξιών. Κάποτε, σημασία είχε η προσπάθεια και όχι μόνο το αποτέλεσμα. Σε μια κοινωνία όμως που διαφθείρεται όλο και περισσότερο δεν μετρά πια παρά μόνο το περίβλημα. Ανοχή. Αυτή είναι η λέξη κλειδί. Και συνήθεια. Όταν το εξωφρενικό περνάει πια απαρατήρητο και το εκκεντρικό γίνεται κανόνας, η ανοχή τα επιβραβεύει όλα και τα αναδεικνύει σε πρότυπα. Να μη σκεφτόμαστε. Αυτό είναι το ζητούμενο. Να χάσουμε την αισθητική μας και την κριτική μας ικανότητα, να χάσουμε την αξιοπρέπειά μας γιατί πρέπει να πάψουμε να είμαστε μοναδικοί, με ευαισθησίες και ιδανικά. Αυτά δεν βολεύουν κανέναν. Ίσως ούτε κι εμάς πια.
Σελ. 43-44


«Τι είναι οι γιορτές εξάλλου; Μια – δυο μέρες σημειωμένες με κόκκινο στο ημερολόγιο. Δεν μπορεί να σου επιβάλλει κανείς πότε πρέπει να γιορτάζεις και πότε πρέπει να νιώθεις καλά ή όχι».
Σελ.53


Έκανα τις τελευταίες προετοιμασίες για το πάρτι των γενεθλίων μου. Θα έκλεινα τα τριάντα ένα κι άλλες φορές ένιωθα πολύ μεγαλύτερη κι άλλες φορές πολύ μικρότερη. Είχα πάντα τη βεβαιότητα ότι ο χρόνος είναι κάτι πολύ υποκειμενικό και σχετικό, που σίγουρα δεν έχει να κάνει μόνο με τη μονάδα μέτρησής του. Σε στιγμές αγωνίας ή στεναχώριας και λύπης είχα την εντύπωση πως δεν κυλούσε με τίποτα και σε στιγμές που περνούσα καλά ένιωθα πως τελείωνε γρήγορα, χωρίς να έχω προλάβει να κάνω και να πω όσα ήθελα. Πάντως, όπως ακριβώς και με άλλα πράγματα στη ζωή, για τα οποία ελάχιστα μπορούμε να κάνουμε, είχα πάρει απόφαση ότι κάθε χρόνο θα μεγάλωνα και προσπαθούσα να συνηθίζω στην ιδέα.
Σελ. 84-85


Περνούσε ώρες στο γυμναστήριο, στο κομμωτήριο και στα μαγαζιά, κυρίως του εξωτερικού, για να επιμεληθεί την εμφάνισή του, κι όσο κι αν ήξερα ότι αποτελούσε ανάγκη της δουλειάς του, είχα πάντα την αίσθηση ότι το έκανε με ευχαρίστηση και αφιέρωνε πολύ παραπάνω χρόνο απ’ όσο χρειαζόταν. Πολλές φορές μάλιστα πίεζε και μένα να ασχοληθώ με όλα αυτά περισσότερο απ’ όσο ήθελα κι απ’ όσο ταίριαζε στον χαρακτήρα μου και μου αγόραζε συχνά πράγματα που μου δημιουργούσαν αμηχανία, γιατί τις πιο πολλές φορές, αν και ήταν ακριβά, δεν συμβάδιζαν με το στυλ και με τις επιθυμίες μου ενώ κι εκείνος στενοχωριόταν όταν έβλεπε ότι δεν τα φορούσα.
Σελ. 183


«Γιατί θέλεις πάντα να κυνηγάς αυτούς που νομίζεις ότι σε απορρίπτουν; Τίποτα δεν είναι μόνο μαύρο ή άσπρο στη ζωή μας. Αν δεν μπορώ να γίνω αυτό που ζητάς, γιατί δεν δέχεσαι ό,τι μπορώ να σου προσφέρω; Θέλω να είμαι κοντά σου, όχι ως ερωμένη αλλά ως φίλη… Όσο κι αν αλλάξουν τα πράγματα, όσος χρόνος κι αν περάσει, μόνο αυτό μπορώ να σου δώσω. Τίποτα διαφορετικό».
Σελ. 187


«Ναι, αυτό ήταν μάλλον το λάθος μου. Όχι, Σταύρο», είπα τελικά, «δεν κάνω πια καλές πράξεις σε ανθρώπους που με πλήγωσαν και δεν εκτίμησαν ποτέ όσα τους πρόσφερα. Που δολοπλοκούσαν εναντίον μου, με τη δικαιολογία ότι μ’ αγαπούσαν. Ορίστε, ο ίδιος λες ότι ανακάλυψες πως με παρακολουθούσε. Καλά, το καταλαβαίνεις αυτό; Να παραβιάζει ασύστολα και χωρίς κανέναν λόγο την ιδιωτική μου ζωή;
Σελ. 228


Θα πρέπει να του έχει στοιχίσει πολύ όλη αυτή η ιστορία. Ωστόσο, είχα τις δικές μου ενοχές. Μ’ αυτές θα ζούσα. Δεν θα φορτωνόμουν και τις ξένες. Δεν μπορούσα πια να είμαι πάντα καλή, πάντα υποχωρητική. Δεν μπορούσα να δώσω συγγνώμη εκεί που δεν πίστευα. Η αναίτια συμπεριφορά του Πάνου με είχε βασανίσει για καιρό. Τώρα όμως είχα κόψει τις αλυσίδες με το παρελθόν μου. Δεν έμεναν απ’ αυτό παρά μόνο αναμνήσεις. Όχι πάθη, όχι τύψεις, όχι ενοχές.
Σελ. 229


«….Το ότι με αγαπούσε δεν του έδινε σε καμιά περίπτωση την ελευθερία να κανονίζει τη ζωή μου κατά τις επιθυμίες του και να με εμπλέκει σε παιχνίδια κυριαρχίας και εκδίκησης. Ούτε κι ο Νίκος βέβαια είχε αυτό το δικαίωμα. Στάθηκα ανόητη και εύπιστη. Αλλά πάλι, αυτό το παθαίνω συχνά με τους ανθρώπους. Πάντα πιστεύω στην καλή τους πρόθεση και στο τέλος βγαίνω χαμένη. Δεν ξέρω αν υπάρχει πια κανείς που να μπορεί, ακόμα και στις δύσκολες στιγμές, να είναι ειλικρινής και καλοπροαίρετος. Απογοητεύομαι όλο και περισσότερο, Αντρέα. Ίσως φταίω κι εγώ. Ίσως επιλέγω πάντα λάθος ανθρώπους για να με συντροφεύουν. Όμως δεν θέλω κατά βάθος να πιστέψω ότι ο κόσμος είναι κακός».
Σελ. 323