Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΑΡΣΕΛ ΠΡΟΥΣΤ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΑΡΣΕΛ ΠΡΟΥΣΤ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 29 Νοεμβρίου 2007

Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο ΜΑΡΣΕΛ ΠΡΟΥΣΤ (2)




Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο (Συνέχεια)

Από τη μεριά του Σουάν

ΜΑΡΣΕΛ ΠΡΟΥΣΤ

ΤΟ ΒΗΜΑ βιβλιοθήκη

ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ

Ένας έρωτας του Σουάν

«Νομίζετε πως η μητέρα σας θα πεθάνει, της είπε σκληρά η κυρία Βερντυρέν, αν δεν δειπνήσετε μαζί της την Πρωτοχρονιά, όπως κάνουν στην επαρχία!»
Σελ. 213


Κι ενώ η κυρία Βερντυρέν έλεγε στον άντρα της: «Έλα, δώσ’ του πορτοκαλάδα, του αξίζει», ο Σουάν διηγόταν στην Οντέτ πως είχε ερωτευθεί αυτή τη μουσική φράση. Όταν η κυρία Βερντυρέν της είπε από μακριά: «Λοιπόν, Οντέτ, σαν να μου φαίνεται πως σας λέει ωραία πράγματα», κι εκείνη απάντησε: «Ναι, πολύ ωραία», ο Σουάν βρήκε πως ήταν πολύ γλυκιά η απλότητά της. Στο μεταξύ ζητούσε πληροφορίες για τον Βεντέιγ, για το έργο του, για την εποχή που έγραψε αυτή τη σονάτα, για το τι θα μπορούσε να σημαίνει γι’ αυτόν η μικρή φράση – αυτό το τελευταίο ήταν κυρίως που ήθελε πολύ να μάθει.
Σελ. 237


«Ας ήταν να ’χατε ξεχάσει και την καρδιά σας, δεν θα σας άφηνα να την ξαναπάρετε.»
Σελ. 247


Τι κι αν η φράση του ‘λεγε πως η αγάπη είναι εύθραυστη, η δική του ήταν τόσο δυνατή! Έπαιζε με την μελαγχολία που σκορπούσε η μουσική αυτή, την ένιωθε να περνά επάνω του, αλλά την ένιωθε μόνο σαν ένα χάδι που έκανε ακόμα πιο βαθιά και πιο γλυκιά την αίσθηση της ευτυχίας που τον κατείχε. Έβαζε την Οντέτ να ξαναπαίξει τη φράση δέκα, είκοσι φορές και της ζητούσε ταυτόχρονα να τον φιλά. Κάθε φιλί ζητά ένα φιλί ακόμα. Ω, σ’ αυτό τον πρώτο καιρό της αγάπης, τα φιλιά γεννιούνται τόσο φυσικά!
Σελ. 264


Έλεγε συχνά: «Βέβαια, η ποίηση, το ξέρω φυσικά πως δεν θα υπήρχε τίποτα ωραιότερο αν ήταν αληθινή, αν οι ποιητές πίστευαν όλα όσα λένε. Πολύ συχνά όμως δεν υπάρχουν άνθρωποι πιο ιδιοτελείς απ’ τους ποιητές.
Σελ. 267


«Ακόμα κι απ’ την απλή άποψη της κοκεταρίας, της έλεγε, δεν καταλαβαίνεις πόσο χάνεις απ’ τη γοητεία σου όταν υποβιβάζεις τον εαυτό σου τόσο χαμηλά, ώστε να λες ψέματα; Με μιαν ομολογία, πόσα λάθη δεν θα μπορούσες να εξαγοράσεις! Αλήθεια, είσαι πολύ λιγότερο έξυπνη απ’ ό, τι νόμιζα!»
Σελ. 321


«Και να σκεφτείς πως άσκοπα ξόδεψα χρόνια της ζωής μου, πως θέλησα να πεθάνω, πως είχα τον πιο μεγάλο μου έρωτα για μια γυναίκα που δεν μου άρεσε, που δεν ήταν ο τύπος μου!»
Σελ. 416


ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ

Ονόματα τόπων: το όνομα

Γιατί τα δέντρα εξακολουθούσαν να ζουν με τη δική τους ζωή και, όταν δεν είχαν πια φύλλα, η ζωή τους έλαμπε καλύτερα πάνω στο πράσινο βελούδινο θηκάρι που τύλιγε τον κορμό τους ή στο άσπρο σμάλτο απ’ τα μπαλάκια του ιξού τα σκορπισμένα στην κορυφή κάθε λεύκας, στρογγυλά σαν τον ήλιο και το φεγγάρι στη Δημιουργία του Μιχαήλ- Άγγελου.
Σελ. 463


Οι τόποι που γνωρίσαμε δεν ανήκουν μόνο στον κόσμο του χώρου, όπου τους τοποθετούμε για μεγαλύτερη ευκολία. Δεν ήταν παρά μια λεπτή τομή ανάμεσα στις συνεχόμενες εντυπώσεις που σχημάτιζαν την τότε ζωή μας. Η ανάμνηση ορισμένης εικόνας δεν είναι παρά ο καημός για ορισμένη στιγμή που πέρασε. Και τα σπίτια, οι δρόμοι, οι λεωφόροι, όλα είναι φευγαλέα, αλίμονο!, σαν τα χρόνια.
Σελ. 466




Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο ΜΑΡΣΕΛ ΠΡΟΥΣΤ (1)


Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο


ΜΑΡΣΕΛ ΠΡΟΥΣΤ
Από τη μεριά του Σουάν

ΤΟ ΒΗΜΑ βιβλιοθήκη

Πρώτο μέρος Κομπραί

Και, μισή ώρα αργότερα, η σκέψη πως καιρός ήταν πια ν’ αναζητήσω τον ύπνο με ξυπνούσε. Ήθελα ν’ ακουμπήσω το βιβλίο που νόμιζα πως κρατούσα ακόμα στα χέρια μου και να σβήσω το φως. Δεν είχα πάψει όσο κοιμόμουν να κάνω συλλογισμούς πάνω σ’ ότι είχα μόλις διαβάσει, οι συλλογισμοί όμως αυτοί είχαν ακολουθήσει έναν κάπως παράξενο δρόμο. Είχα την εντύπωση πως ήμουν εγώ ο ίδιος αυτό για το οποίο μιλούσε το βιβλίο: μία εκκλησία, ένα κουαρτέτο, ο ανταγωνισμός του Φραγκίσκου Α’ και του Καρόλου Κουίντο.
Σελ. 9


Ένας άνθρωπος που κοιμάται κρατά σε κύκλο ολόγυρά του το νήμα που δένει τις ώρες, την τάξη που ακολουθούν τα χρόνια και οι κόσμοι. Τα συμβουλεύεται ό’ αυτά με το ένστικτό του μόλις ξυπνήσει και διαβάζει σ’ ένα δευτερόλεπτο το σημείο της γης που κατέχει ο ίδιος, το χρόνο που κύλησε όσο κοιμόταν. Όμως οι σειρές τους μπορούν να μπερδευτούν, να κοπούν. Αν τα ξημερώματα, ύστερα από αϋπνία, τον πάρει ο ύπνος ενώ διαβάζει, σε μια στάση πολύ διαφορετική απ’ αυτή που συνηθίζει όταν κοιμάται, τότε το υψωμένο χέρι του αρκεί για να σταματήσει τον ήλιο, να τον κάνει να υποχωρήσει και, στην πρώτη στιγμή του ξύπνου του, δεν θα γνωρίζει πια την ώρα, θα ‘χει την εντύπωση πως μόλις πλάγιασε να κοιμηθεί.
Σελ. 11


Ίσως η ακινησία που ‘χουν τα πράγματα τριγύρω μας να τους επιβάλλεται απ’ τη βεβαιότητά μας πως είναι αυτά κι όχι άλλα, απ’ την ακινησία της σκέψης μας απέναντί τους.
Σελ. 12


Η συνήθεια! Τα ρυθμίζει όλα επιδέξια, σιγά σιγά όμως – κι αφήνει στην αρχή τη σκέψη μας να υποφέρει για βδομάδες σε μια κατάσταση προσωρινότητας - αλλά η σκέψη μας μολαταύτα την αποδέχεται με χαρά, γιατί, χωρίς τη συνήθεια και με τα δικά της μόνο μέσα, η σκέψη μας θα ήταν ανίκανη να κάνει για μας κατοικήσιμο ένα σπίτι.
Σελ. 15


«Πώς; Το θαυμάζετε αυτό; Ε λοιπόν, μπράβο σας! Και σαν τι θέλει να πει; Μήπως ένας άνθρωπος, δεν αξίζει όσο ένας άλλος; Τι σημασία έχει αν είναι δούκας ή αμαξάς, όταν έχει μυαλό και καρδιά; Ωραίο τρόπο είχε ν’ ανατρέφει τα παιδιά του ο Σαιν –Σιμόν σας, αν τους έλεγε να μη δίνουν το χέρι σ’ όλους τους τίμιους ανθρώπους. Μα είναι απλούστατα φριχτό. Και τολμάτε να το αναφέρετε;»
Σελ. 35


-Μα όχι, κυρία Οκτάβ, ο χρόνος μου δεν κοστίζει τόσο. Αυτός που τον έφτιαξε, δεν μας τον πούλησε.
Σελ.65


Και δέχτηκε μόνο αυτή την απάντηση:
«Κύριε, μου είναι απολύτως αδύνατο να σας πω αν έβρεξε. Ζω τόσο μακρια από τις μεταβολές των φυσικών συνθηκών, ώστε οι αισθήσεις μου ούτε καν νοιάζονται να με πληροφορήσουν σχετικά.
-Μα, καλό μου παιδί, ο φίλος σου είναι βλάκας, μου είπε ο πατέρας μόλις έφυγε ο Μπλαχ. Ακούς εκεί! Δεν είναι καν σε θέση να μου πει τι καιρό κάνει! Και δεν υπάρχει τίποτα πιο ενδιαφέρον απ’ αυτό! Είναι ηλίθιος!»
Σελ. 105


«Οι κόλακες ξέρουν πώς να γίνονται αρεστοί και να μαζεύουν τον παρά. Υπομονή όμως, άξαφνα μια ωραία μέρα ο καλός Θεός τους τιμωρεί», έλεγε, με το λοξό βλέμμα και τον υπαινιγμό του Ιωά, καθώς σκέφτεται αποκλειστικά την Αθαλία, όταν λέει:

Η ευτυχία των κακών σαν χείμαρρος κυλά και χάνεται.
Σελ. 122


Δεν ξανασκέφτηκα ποτέ αυτή τη σελίδα, εκείνη όμως τη στιγμή όταν, στη γωνιά του καθίσματος, όπου ο αμαξάς του γιατρού συνήθιζε να βάζει μέσα σ’ ένα πανέρι τα πουλερικά που είχε ψωνίσει στην αγορά του Μαρτενβίλ, τελείωσα το γράψιμό της, ήμουν τόσο ευτυχισμένος, ένιωθα πως η σελίδα αυτή με είχε τόσο τέλεια απαλλάξει απ’ εκείνα τα καμπαναριά κι απ’ ό,τι έκρυβαν πίσω τους, ώστε, λες κι ήμουν κι εγώ κότα κι είχα τώρα δα γεννήσει τα’ αυγό, έπιασα να τραγουδώ μ’ όλη μου τη δύναμη.
Σελ. 202


Θα τα ‘δινα όλ’ αυτά για να μπορούσα να ‘κλαιγα στην αγκαλιά της μαμάς! Ριγούσα, δεν ξεκολλούσα τα πικραμένα μάτια μου απ’ το πρόσωπο της μητέρας μου, που δεν θα εμφανιζόταν απόψε στο δωμάτιο όπου έβλεπα κιόλας με τη σκέψη τον εαυτό μου, θα ‘θελα να πέθαινα.
Σελ. 203