Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙΔΩ ΣΩΤΗΡΙΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙΔΩ ΣΩΤΗΡΙΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 13 Αυγούστου 2007

ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΧΩΜΑΤΑ ΔΙΔΩ ΣΩΤΗΡΙΟΥ 4





ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΧΩΜΑΤΑ


ΔΙΔΩ ΣΩΤΗΡΙΟΥ

Αχ και να γινότανε, λέει, να κινούσα τώρα δα για τα χωράφια μας, με το τραγούδι στ’ αχείλι, με το λουλούδι στ’ αφτί και πλάι να ‘χα την Κατίνα μου, καβάλα στη φοραδίτσα μας, με κάνα κουτσούβελο στο βυζί! Κι οι Τούρκοι να βγαίνουν στις πόρτες και να μας χαιρετάνε καλόκαρδα όπως παλιά: «Αξαμλαρινίζ χαίρ ολσούν, τσορμπατζή». «Ογούρ ολά, εφέντη!» «Ωχ, Σεφκιέτ, αδέρφι, δε φιλιωθήκανε οι Θεοί μας! Και τώρα τι θ’ απογίνουμε; Νε τσαρέ; Ονλαρί χιεπ ουναταλίμ αζίζ εμσεριλέρ!» (Ποιο τ’ όφελος, πατριώτες; Ελάτε να τα ξεχάσουμε όλα….)
Σελ. 290

-Μάνα μ’! Μανούλα μ’! έσυρε κραυγή τ’ αγόρι κι έφερε τις χουφτίτσες του μ’ απελπισιά στα μάγουλα. Έ! Εσείς του κόσμου, μεγάλοι και τρανοί. Ακούσατε ποτές καμιά τέτοια φωνή;
-Πάμι στη μάνα μ’, παππούλι!
Πάμι, γιέ μ’, πάμι!
Καμπόσοι που ακούγανε την ιστορία, φωνάξανε:
-Γέρο, μη σου σάλεψε ο νους; Να χαθείς θέλεις κι εσύ και το παιδί;
-Οι τσέτες του Μπεχλιβάν κατεβήκανε.
Ο γέρος και το παιδί μας γυρίσανε την πλάτη και τρέχανε πίσω! Νύχτα σκέπασε τη γη. Δεν ήτανε τούτος κόσμος πλασμένος από χέρι Θεού! Όχι, δεν ήτανε!
Σελ. 292

Ο τρόμος ξεπερνάει το θάνατο. Δε φοβάσαι το θάνατο. Φοβάσαι τον τρόμο. Ο τρόμος έχει τώρα το πρόσταγμα. Τσαλαπατά την ανθρωπιά. Αρχίζει από το ρούχο και φτάνει ίσαμε την καρδιά. Λέει: Γονάτισε, γκιαούρη! Και γονατίζει. Ξεγυμνώσου! Και ξεγυμνώνεται. Άνοιξε τα σκέλια σου! Και τ’ ανοίγει. Χόρεψε! Και χορεύει. Φτύσε την τιμή σου και την πατρίδα σου! Και φτύνει. Απαρνήσου την πίστη σου! Και την απαρνιέται. Αχ ο τρόμος! Όποια γλώσσα κι αν μιλάς, λόγια δε θα βρεις να τόνε περιγράψεις.
Σελ.313

Μας πήρε το παράπονο! Μπρε, δικό μας δεν είναι τούτο το χωριό. Δικά μας δεν είναι τα σπίτια; Δικά μας δεν είναι τα χώματα, τα σπαρτά, τα δέντρα; Εδώ δε μεγαλώσαμε; Εδώ δε δουλέψαμε; Εδώ δεν είναι θαμμένα τα κόκαλα των πατεράδων μας; Εδώ δεν είναι τα καζάντια μας, οι μνήμες μας, τα όνειρά μας; Πώς έγινε και δεν είναι τίποτε δικό μας;
Σελ.331

Αντάρτη του Κιορ μεμέτ, χαιρέτα μου τη γη όπου μας γέννησε, Σελάμ σοϊλέ… Ας μη μας κρατάει κάκια που την ποτίσαμε μ’ αίμα. Καχρ ολσούν σεμπέπ ολανλάρ! Ανάθεμα στους αίτιους!
Σελίδα 340
Ευχαριστώ την εαρινή συμφωνία που ήταν η αφορμή να διαβάσω αυτό το συγκλονιστικό βιβλίο!

ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΧΩΜΑΤΑ ΔΙΔΩ ΣΩΤΗΡΙΟΥ 3




ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΧΩΜΑΤΑ

ΔΙΔΩ ΣΩΤΗΡΙΟΥ

-Πάλαιψες αντρίκεια, μου ‘κανε.
-Ναι, της αποκρίθηκα, είναι αλήθεια αυτό που λες. Δε θέλω να παινευτώ, μα πάλεψα με κορμί και με ψυχή. Δεν άφησα τίποτα στην τύχη. Ούτε μια φορά δεν είπα: Θα πεθάνω. Είδα κομμένα δέντρα που μάχονταν ν’ ανθίσουνε μέσα σε σκοτεινούς τάφους. Είδα πληγωμένα θεριά που παλεύανε ίσαμε την ύστατη πνοή τους να ζήσουνε. Μα σαν βουλή τ’ ανθρώπου να παλεύει για τη ζωή, δε γνώρισα άλλη. Το μυαλό δεν το ’χουμε γιαμπανά…
Σελ.212

-Κλαίς; Γιατί;
-Γιατί σ’ αγαπώ πολύ. Δεν ξέρω πώς να σ’ το πω…
-Όπως το λες είναι όμορφα…
Άπλωσα τα μπράτσα μου, την αγκάλιασα, γύρεψα τα χείλια της και τότε νιώσαμε πως ήμασταν πλασμένοι ο ένας για τον άλλον. Ένιωθα σαν το φρούτο που γούρμασε. Ήθελα να παίζουν όργανα και να χορέψω, να πω λόγια που άλλοτε δεν περνούσαν απ’ το λογισμό μου. Όμορφη που είναι η νιότη σαν έχεις αγάπη!
Σελ.215

Τα κορμιά μας κουβαριαστήκανε. Αγκομαχούσαμε. Το γόνατο του Τούρκου, σίδερο σωστό, ήρθε και στρίμωξε το ξεγυμνωμένο στήθος μου και το κρατούσε καρφωμένο. Μ’ είχε στο χέρι. Το μάτι του άγριο, μεθυσμένο, αντίκρίστηκε με το δικό μου. Κείνη τη στιγμή θα ‘λεγες πως αντιπάλευε η Τουρκιά με την Ελλάδα…
Σελ.222

-Στο μέλλον να είστε προσεκτικότεροι…
Ούτε γάτα ούτε ζημιά! Στον πόλεμο δεν είναι εύκολο να ξεχωρίσεις τη δολοφονία από την πατριωτική πράξη. Είχα πάρει μέρος σε μάχες, είχα σημαδέψει καλά τους εχθρούς της πατρίδας μου κι ήμουνα περήφανος για τα κορμιά που έφαγα. Μα τούτη δω η πράξη μου αναστάτωσε την καρδιά.
Σελ. 224

-Για μένα, είπε, όσοι βαριούνται να σκεφτούνε και σηκώνουνε τους ώμους, εγκληματούνε. Εσύ, Αξιώτη, είσαι ένοχος για κάτι πιο σοβαρό. Νομίζεις πως την ιστορία τήνε γράφουνε οι στρατηγοί κι οι κυβερνήτες. Κλείνεις μάτια και αφτιά, γίνεσαι ρόδα σκέτη που τήνε κυλούνε στον γκρεμό. Μα εσύ δεν είσαι ρόδα, μπρε, είσαι ο λαός. Πρέπει να νιώσεις τα γεγονότα για να τ’ αλλάξεις.
Σελ. 260

-Λάθος κάνεις, Μανώλη, μεγάλο λάθος. Εγώ την πατρίδα δεν την μπερδεύω με την κυβέρνηση και με το κράτος.
Σελ. 260

-Άιντε, μας τήνε μουφλουζέψανε τη ζωή, είπα. Τήνε κουτσουρεύουνε από δω, τήνε στενεύουνε από κει. Πολέμοι και ξανά πολέμοι! Τι στο καλό θα βγάλει η μαγκούφα η εποχή μας και κοιλοπονάει τόσο άγρια; Να ‘βγαζε καμιά καλή μέρα και για μας!
Σελ.264


Το ξένο κεφάλαιο κοιτάζει τα συμφέροντά του. Μην περιμένεις καρδιά και δικαιοσύνη από δαύτο. Οι εκπρόσωποί του κάθονται στα γραφεία τους στις Λόντρες, στα Παρίσια κι όπου αλλού, έχουν μπροστά τους χάρτες, κι όταν τους συμφέρει θυμούνται την αυτοδιάθεση των λαών, τις ελευθερίες και την ανεξαρτησία τους, κι όταν δεν τους συμφέρει πατούν μια κόκκινη μολυβιά και διαγράφουνε χώρες και λαούς… Το δυστύχημα είναι πως, τώρα δα, το κόκκινο μολύβι τους βρίσκεται πάνω από τις κεφαλές μας!
Σελ. 274

ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΧΩΜΑΤΑ ΔΙΔΩ ΣΩΤΗΡΙΟΥ 2

ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΧΩΜΑΤΑ
ΔΙΔΩ ΣΩΤΗΡΙΟΥ


Οι στρατιώτες κοίταζαν τους κρεμασμένους δίχως να παίρνουνε τα πρόσωπά τους καμιάν έκφραση. Οι κρεμάλες, οι χαλκάδες στο λαιμό, τα βασανιστήρια, τίποτα δεν ήταν ικανό να συγκρατήσει τη λιποταξία. Η λιποταξία ήταν ένας πόλεμος στον πόλεμο. Θέλανε οι άνθρωποι να ξεκόψουνε απ’ το μπουλούκι που βάδιζε στο χαμό, ν’ αναλάβουνε μονάχοι την ευθύνη για τ’ άτομό τους.
Σελ. 129

Ο Αλή νταής δε μας ζόριζε ποτέ. Ήταν αγαθός άνθρωπος.
….. Ο Αλή νταής έλεγε όλο ταπεινοσύνη και σπαραγμό:
-Αλλάχ! Αν το χέρι μου αδίκησε άνθρωπο, κόφ’ το! Αν το μάτι μου πονηρεύτηκε, βγάλ’ το! Αν η καρδιά μου φθόνησε, ξερίζωσέ την…
Σελ.140

Μόλις βρεθήκαμε στη μισοσκότεινη υγρή κατακόμβη, που είχε για είσοδο έναν οικογενειακό τάφο, είδαμε πολύν κόσμο γονατισμένο να προσεύχεται σιγανά. Κανείς δε μιλούσε, κανείς δεν ανάσαινε. Μας κάνανε λίγη θέση να σταθούμε. Το μωρό μας βογγούσε πονεμένα και σε λίγο άρχισε να κλαίει δυνατά. Η μάνα μου το κουνούσε, του ‘δωκε να πιπιλά το άδειο στήθος της, του φιλούσε τα ματάκια, το μέτωπο, τα μαλλιά……
………… Ύστερα ακούστηκε μια σιγανή βραχνή φωνή: «Πνίξτε το, μωρέ! Πνίξτε το ογλήγορα! Τι περιμένετε;»
Σελ.158

Αν ανοίξτε μια οποιαδήποτε ιστορία θα διαβάσετε λίγες στεγνές αράδες «δια τας σφαγάς και τους διωγμούς των Αρμενίων κατά τον πρώτον Παγκόσμιον πόλεμον». ……..
……… Μην παραμελήσετε να ψάξτε και για τους αίτιους, γιατί αυτό το σημείο είναι πάντα μπερδεμένο. Υπεύθυνοι δεν είναι μονάχα οι Τούρκοι.
Σελ. 160

ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΧΩΜΑΤΑ ΔΙΔΩ ΣΩΤΗΡΙΟΥ 1





ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΧΩΜΑΤΑ

ΔΙΔΩ ΣΩΤΗΡΙΟΥ

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

ΚΕΔΡΟΣ

Ήρθε και με βρήκε και μου έδωσε ένα τεφτέρι με τις αναμνήσεις του. Συνταξιούχος, κάθισε με υπομονή και κόπιασε να γράψει με τα λίγα γραμματάκια του, τα όσα είδαν τα μάτια του εξήντα τόσα χρόνια.
Από τέτοιους αυτόπτες μάρτυρες πήρα το υλικό που χρειαζόμουνα, για να γράψω τούτο το μυθιστόρημα, με μοναδική έγνοια να συμβάλλω στην ανάπλαση ενός κόσμου που χάθηκε για πάντα. Να μην ξεχνούν οι παλιοί. Να βγάλουν σωστή κρίση οι νέοι. Δ. Σ.
Σελίδα 7-8 απ’ τον πρόλογο


Όταν ήμουνα πολύ μικρός και πήγαινα με τη μάνα μου στην εκκλησιά σκιαζόμουνα να βλέπω ζωγραφισμένο στον τρούλο το πελώριο μάτι του θεού. Τώρα ήθελα να γίνω ένα τέτοιο μάτι να τα δω όλα μονομερίς. Και να γίνω κι ένα πελώριο αφτί, ν’ ακουμπήσω στον κόρφο τούτης της πολιτείας, ν’ ακούσω την καρδιά της.
Σελίδα 44

Όταν βγήκα έξω πετούσα από χαρά. Αν είχα μουστάκι θα το ‘στριβα, τόσο ένιωθα άντρας.
Σελ.47

Είχα μόλις γνωριστεί με τη Σμύρνη και μου φαινότανε πως γεννήθηκα κι έζησα εδώ τα δεκαέξι χρόνια της ζωής μου. Όταν έπεσα να κοιμηθώ, στριφογύριζα και της μίλαγα σαν ερωτευμένος. «Είσαι όμορφη, το ξέρεις; Είσαι πολύ όμορφη!»
Σελ.48

Πήγα, φόρεσα την άσπρη ποδιά, έκανα όσο πιο καλά μπορούσα όλες τις δουλειές. Όταν όμως με πλησίασε το αφεντικό και μου ‘πε: «Δε θ’ αγγίζεις τίποτα απ’ ό,τι βλέπεις, τ’ ακούς; Τίποτα! Αν λεχθείς κάτι θα ρωτήσεις πρώτα εμένα…» Έβγαλα την ποδιά πειραγμένος και ντροπιασμένος, του τήνε παρέδωσα και έφυγα.
Σελ. 54

Ο Ισμαήλ αγάς δεν ήταν εξαίρεση. Κόβονταν ακόμα για μας οι απλοί άνθρωποι της Τουρκιάς. Τη χρειαζότανε τη φιλία και τη συνεργασία μας. Μας είχε γεννήσει και τους δυο λαούς η ίδια γη. Στα βάθη της ψυχής μας ούτε μεις τους μισούσαμε ούτε αυτοί.
Σελ.70