Δευτέρα, 13 Αυγούστου 2007

ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΧΩΜΑΤΑ ΔΙΔΩ ΣΩΤΗΡΙΟΥ 1





ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΧΩΜΑΤΑ

ΔΙΔΩ ΣΩΤΗΡΙΟΥ

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

ΚΕΔΡΟΣ

Ήρθε και με βρήκε και μου έδωσε ένα τεφτέρι με τις αναμνήσεις του. Συνταξιούχος, κάθισε με υπομονή και κόπιασε να γράψει με τα λίγα γραμματάκια του, τα όσα είδαν τα μάτια του εξήντα τόσα χρόνια.
Από τέτοιους αυτόπτες μάρτυρες πήρα το υλικό που χρειαζόμουνα, για να γράψω τούτο το μυθιστόρημα, με μοναδική έγνοια να συμβάλλω στην ανάπλαση ενός κόσμου που χάθηκε για πάντα. Να μην ξεχνούν οι παλιοί. Να βγάλουν σωστή κρίση οι νέοι. Δ. Σ.
Σελίδα 7-8 απ’ τον πρόλογο


Όταν ήμουνα πολύ μικρός και πήγαινα με τη μάνα μου στην εκκλησιά σκιαζόμουνα να βλέπω ζωγραφισμένο στον τρούλο το πελώριο μάτι του θεού. Τώρα ήθελα να γίνω ένα τέτοιο μάτι να τα δω όλα μονομερίς. Και να γίνω κι ένα πελώριο αφτί, ν’ ακουμπήσω στον κόρφο τούτης της πολιτείας, ν’ ακούσω την καρδιά της.
Σελίδα 44

Όταν βγήκα έξω πετούσα από χαρά. Αν είχα μουστάκι θα το ‘στριβα, τόσο ένιωθα άντρας.
Σελ.47

Είχα μόλις γνωριστεί με τη Σμύρνη και μου φαινότανε πως γεννήθηκα κι έζησα εδώ τα δεκαέξι χρόνια της ζωής μου. Όταν έπεσα να κοιμηθώ, στριφογύριζα και της μίλαγα σαν ερωτευμένος. «Είσαι όμορφη, το ξέρεις; Είσαι πολύ όμορφη!»
Σελ.48

Πήγα, φόρεσα την άσπρη ποδιά, έκανα όσο πιο καλά μπορούσα όλες τις δουλειές. Όταν όμως με πλησίασε το αφεντικό και μου ‘πε: «Δε θ’ αγγίζεις τίποτα απ’ ό,τι βλέπεις, τ’ ακούς; Τίποτα! Αν λεχθείς κάτι θα ρωτήσεις πρώτα εμένα…» Έβγαλα την ποδιά πειραγμένος και ντροπιασμένος, του τήνε παρέδωσα και έφυγα.
Σελ. 54

Ο Ισμαήλ αγάς δεν ήταν εξαίρεση. Κόβονταν ακόμα για μας οι απλοί άνθρωποι της Τουρκιάς. Τη χρειαζότανε τη φιλία και τη συνεργασία μας. Μας είχε γεννήσει και τους δυο λαούς η ίδια γη. Στα βάθη της ψυχής μας ούτε μεις τους μισούσαμε ούτε αυτοί.
Σελ.70