Σάββατο, 27 Οκτωβρίου 2007

ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ ΜΕΤΡΑΕΙ Τ' ΑΣΤΡΑ ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ (1)









ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ ΜΕΤΡΑΕΙ Τ΄ ΑΣΤΡΑ

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ

ΔΩΡΙΚΟΣ 1977

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

-Θέλω να φύγω απ’ τα γελάδια. Να μπορώ να φορώ παστρικά ρούχα. Να γράφω και γράμματα, στρογγυλά σαν του δασκάλου. Και να μπορώ να μιλώ καλά. Να μη με περιγελάνε… Ύστερα θέλω να μάθω και κάτι μυστικά που έχουνε τα βιβλία για να μπορώ να τα λέω και στους άλλους.
-Γι’ αυτό μοναχά τα θέλεις;
-Λένε πως… άμα δεν ξέρεις γράμματα είσαι στραβός.
-Ε, εσύ είσαι;
-Δεν ξέρω. Μπορεί και να είμαι…
-Δεν τα βλέπεις όλα όσα είναι μπροστά σου;
-Τα βλέπω. Μα μπορεί να είναι κι άλλα και να μην τα βλέπω. Και να τα δω μεθαύριο, που θα μάθω γράμματα.
Σελίδα 22

-Μέλιο!... φωνάζει. Παιδί! Εσύ ’σαι;
Κάτι μαύρο σάλεψε κάτω. Το μεντέρι έτριξε.
-Μέλιο! Ξαναφωνάζει. Γιατί δεν αποκρίνεσαι, γιέ μου;
Εσύ ‘σαι; Δε μιλάς; Εγώ είμαι, ο μπάρμπας σου…
Ο πεσμένος δεν αποκρίθηκε. Αντί για μιλιά άρχισε τα κλάματα.
-Αρετή!... Φέξε γλήγορα! Εδώ είναι!
Έφερε η Αρετή τη λάμπα και βρήκανε το παιδί λουσμένο στο κλάμα.
Σελίδα 40

Κι εκεί μια μέρα, με το μικρό του άρρωστο κεφάλι, ανακάλυψε ολομόναχος τον τρόπο, που είχαν ανακαλύψει οι άνθρωποι πριν από χιλιάδες χρόνια. Τον τρόπο να γίνει κανείς συγγραφέας. Έσυρε κοντά στο στρώμα το μολύβι του και το τετράδιο κι άρχισε να γράφει τα παραμύθια του ταβανιού. Άλλος όμως δεν έδωσε χέρι, δεν τον βοήθησε άλλος κανένας. Σιγά σιγά, μάλιστα, άρχισε να μην έχει ανάγκη από βοήθεια ούτε κι απ’ το ταβάνι και τα ‘φκιαχνε ολότελα μόνος του. Ήταν ιστορίες του κεφαλιού και τίποτις άλλο.
Μια βραδιά, που έτυχε να είναι οι δυο τους παρέα με το μπάρμπα –Ανέστη, έτσι χωρίς να το καλοσκεφτεί, του είπε το μυστικό του.
-Τι μου λες, παιδί μου!; Έκανε ο μπάρμπας του. Μίλα μου καλά!
-Να, εδώ τα ‘χω.
-Τα χάρισες στο τετράδιο;… Και δε μου τά ‘δινες εμένα;
-Ναι, μπάρμπα, μα… άμα τα ‘χανες;
-Βέβαια… βέβαια… Δίκιο έχεις. Άμα τα ‘χανα; Ενώ αυτό τα κρατάει γερά, ε; Τα κρατάει; Αυτό θέλω να ξέρω.
-Τα κρατάει. Και είναι ολότελα δικά μου. Τα ‘γραψα εγώ, με τα χέρια μου.
-Και ποιος σου τα ‘δωκε, βρε παιδί μου;
-Το κεφάλι μου.
-Να το! Φώναξε καταχαρούμενος ο γέρος. Το ‘λεγα γώ! Θα γένει μεγάλο κεφάλι αυτό το παιδί.
Σελίδα 105-106

Ο Μέλιος, σαν έμεινε μόνος, πήγε κάτω στο ποτάμι κι άνοιξε το πρώτο γράμμα του μπάρμπα – Ανέστη… Φτωχό γράμμα… Αντί για λόγια είχε μόνο γραμμές… γραμμές… κι ύστερα το ‘νομα «Ανέστης Καλιορίτις…μα τι μεγάλο και συγκινητικό γράμμα!...
Ύστερα άνοιξε και τα’ άλλο… Το ίδιο κι αυτό. Ύστερα και τα’ άλλο. Όλα το ίδιο… το ίδιο… Μεγάλα, γλυκά και συγκινητικά γράμματα!
Σελίδα 131

-Θέλω να φτάσω σε κάποιο συμπέρασμα, δεσποινίς. Ότι αν είναι ταπεινό το να διασκεδάζει κανείς με την αφέλεια ενός ανθρώπου, είναι απάνθρωπο το να διασκεδάζει με την τραγωδία του!
Σελίδα 202

-Κι άλλοτε, κύριε γυμνασιάρχα, μου κλείσατε το δρόμο και λυπάμαι που δε μ’ αφήνετε να το ξεχάσω. Ξέρω ότι μισείτε τη φτώχεια. Ότι περιφρονείται την κακοτυχιά των άλλων, ότι αποστρέφεστε την ορφάνια. Ξέρω ότι τα γράμματα τα πουλάτε μόνο σε κείνους, που τα πληρώνουν ακριβά. Μα – σας ρωτώ – ξέρετε κανέναν, που να τα ‘χει πληρώσει ακριβότερα από μένα; Ορίστε τα «βιβλία» μου, κύριε γυμνασιάρχα. Τα καταθέτω στην έδρα. Είναι όλα κι όλα αυτό το τετράδιο. Σας το αφιερώνω. Για να σας θυμίζει ένα άρρωστο, άστεγο και καταδιωγμένο παιδί, και την απάνθρωπη στάση που του δείξατε. Χαίρετε!
Σελίδα 213

-Τι θα πει, αν ζεις; Χτεσινό φυντάνι είσαι! Α, αν πεις για μας τα γερόντια… ναι… Κάνεις το σταυρό σου να κοιμηθείς, και το πρωί σε βρίσκουνε με τα χέρια σταυρωμένα. Γι’ αυτό, ο άνθρωπος να κάνει ό,τι είναι να κάνει, τον …. Πεθαμό να μην τόνε ξεχνάει. Δεν πρέπει να τον αφήνεις όξω απ’ τα κιτάπια σου τον πεθαμό… αυτό ξέρω γω. Σε κάθε λογαριασμό… Γιατί να, τις πιο πολλές βολές έρχεται στην ώρα του, μα είναι και βολές που ‘ρχεται άξαφνος κι ακάλεστος. Δόξα σοι ο Θεός… Κοίτα να μάθεις πολλά γράμματα. Σα μάθεις πολλά γράμματα, έχουνε να λένε… μπορεί και συνεννογιέσαι με τους ποθαμένους. Μάθε, γιε μου… μάθε πολλά γράμματα. Θα σου χρειαστούνε.
Σελίδα 225