Σάββατο, 31 Μαρτίου 2007

Οι κάργιες ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ





ΟΙ ΚΑΡΓΙΕΣ

ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ
- Να είχα λέει, μιαν αγάπη σαν αλάνα… Να κυλιόμουνα μέσα της, να ‘κανα τούμπες, να ‘πλωνα την αρίδα μου να λιαζόμουνα… Να ‘ρχότανε τα όνειρά μου σαν τις κάργιες να φτεροκοπούν πάνω από το κεφάλι μου. Βαρέθηκα να χώνω τη ρημάδα την ψυχή μου στα ντουλάπια και να της κρεμώ αρωματικά σακουλάκια να μην τη φάει ο σκόρος. Βαρέθηκα να περπατώ με την πλάτη κολλημένη στα ντουβάρια, γιατί νιώθω γύρω μου τον θόρυβο από τα μαχαίρια που ακονίζονται. Είναι πολύ, ρε σεις, αυτό που ονειρεύτηκα; Μιαν αγάπη λέω σαν αλάνα. Ν’ απλώσω την αρίδα μου να λιαστώ.
Σελίδα 124

«Έχεις δει κάτι πιο λευκό απ’ το χιόνι;»
«Όχι. Εσύ;»
«Εγώ έχω δει. Ήταν ένα περιστέρι. Το βρήκα σήμερα το μεσημέρι να κρέμεται νεκρό στους χιονισμένους εχίνωπες. Ήταν πιο λευκό απ’ το χιόνι. Στ’ ορκίζομαι.»
«…Ποιος το σκότωσε;»
«Αυτοί εκεί κάτω. Οι άνθρωποι.»
«Μα… ξέρω πως τα περιστέρια τ’ αγαπούν, τα ‘χουν σαν σύμβουλο της ειρήνης.»
«Χα! Ποιας ειρήνης; Τι λες, μωρέ Ατόπη! Αυτοί εκεί κάτω έχουν μαζέψει ένα σωρό σύμβολα για να στολίζουν τα σαλόνια τους και τις στολές τους. Κάνουν φιέστες υψώνοντας τα σύμβολα τους, για να μπορούν πιο καλυμμένα να σκοτώνουν αυτά που συμβολίζουν. Κατάλαβες; Τα χρησιμοποιούν σαν άλλοθι, σαν κρυψώνα για τις ενοχές τους.»
Σελίδα 127-128

«Πώς δεν τους χωνεύω αυτούς εκεί κάτω…» θύμωσε η Ατόπη. «Ζούνε μέσα στο τάχα και στο δήθεν. Ξοδεύουν τόση ενέργεια για να κυνηγήσουν ένα κίτρινο φύλλο που θέλησε να πάει κόντρα στο ρεύμα του ποταμού. Μια Χρύσα…»
«Τι μπορεί να προσφέρει, αλήθεια, ένα κίτρινο φύλλο, που θέλησε να πάει κόντρα στο ρεύμα του ποταμού;» απόρησε η Φιλίνα.
«Μπορεί να μάθει το ποτάμι να ονειρεύεται…»
Σελίδα 112