Τετάρτη, 19 Σεπτεμβρίου 2007

ΣΥΝΝΕΦΙΑΖΕΙ ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ





ΣΥΝΝΕΦΙΑΖΕΙ

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ

ΔΩΡΙΚΟΣ

Θέλει να με χαιδέψει, μα βλέπει τα δάχτυλά της πολύ κίτρινα και ντρέπεται. Με κοιτάζει μόνο… Μα έτσι με χάιδεψε καλύτερα.
Ύστερα χώνει τα δάχτυλά της μες στις τούφες του παιδικού κεφαλιού.
-Πάμε… του λέει… Γκέλ… η μάνα σου τρέμει.
Έτρεμε. Και κείνη έτρεμε.
Εγώ δεν είχα… Ας είχα κάποιον να τρέμει και για μένα. Τι κακό βεράνι η ζωή… Να μην έχεις τίποτα… Ούτε κι έναν για να τρέμει για σένα…
Κι έτσι τρέμεις μόνος σου για τον εαυτό σου.
Σελίδα 16-17

Δεν ρώτησε κανείς μας αν είχαν αφέντες τα περιβόλια. Για μας, ως εκεί που ‘φτανε το μάτι μας και χίλιες φορές πιο πέρα ακόμα ό,τι φύτρωνε πάνου στη γης κι ό,τι έβλεπε από πάνου ο ήλιος ήτανε δικό μας.
Κι όσο πιο όμορφα ήταν τα δέντρα κι όσο πιο γλυκά τα φρούτα τους, τόσο δικά μας ήταν.
Μια μέρα όμως μας μάθανε πως δεν ήταν δικά μας και λυπηθήκαμε, -μάνα μου, πόσο λυπηθήκαμε!- η Σίικα κι εγώ! Να πως το μάθαμε:
Μέναμε σκαρφαλωμένοι απάνου σ’ ένα δέντρο – μουριά ήτανε- διαλέγαμε τα πιο γλυκά μούρα και ταιζόμασταν. Ήμασταν τόσο ξέγνοιαστοι, που η Σίικα έλεγε κι ένα τραγούδι. Επειδής δε φαινόταν κανένας μεγάλος για να μας ντροπιάσει, την άφηνα να το λέει όσο πιο δυνατά μπορούσε:
Σελίδα 50

Κι εκεί, σαν αράπης του παραμυθιού, να σου ένας άγριος αρματωμένος άνθρωπος.
Η καρδιά μας σπαρτάρησε.
Σελίδα 51

Έβαλε την καραμέλα στο στόμα του, άπλωσε τα χέρια του, μας έτριψε τα κεφάλια χαϊδευτικά, κοίταξε ένα γύρω… Και μέσα στα μάτια του είδαμε όλα τα περβόλια και τα δέντρα δικά μας.
Κι εμείς, από κείνη τη μέρα, τριγυρίζαμε στα περβόλια μας χωρίς τρομάρες και κορφολογούσαμε τα καλύτερα φρούτα.
Η εξοχή όλες αυτές τις μέρες γιόρταζε.
Ήμασταν αδερφωμένοι σαν τα φύλλα του ίδιου δέντρου και σαν τις πετρίτσες του ίδιου γιαλού. Τρώγαμε άγουρα βατόμουρα και ξυνίζαμε μαζί τα μούτρα. Γρατζουνιότανε ο ένας και κάναμε κι οι δυο «α!». Βουτούσαμε ως το γόνατο μες στ’ αυλάκια, τρέχαμε κάτω απ’ τον ήλιο και κλείναμε μαζί τα μάτια απ’ το φως. Σκουπίζαμε τον ιδρώτα μας με το ίδιο δεξί χέρι της Σίικας. Τρώγαμε φρούτα απ’ το ίδιο μικροκάμωτο μαντιλάκι με την κόκκινη μάρκα του, που ήταν πάντα τόσο ωραίο και πάντα τόσο άπλυτο!
Κι η ζωή ήταν δική μας!
Σελίδα 53

Νάτος ο τσοπάνης μου. Ακουμπισμένος σε μια κομμένη ρίζα που της έβαλε μαξιλάρι την κάπα του καμάρωνε το βιος του και το τραγουδούσε. Σαν με είδε να σιμώνω «σσς…» μου κάνει και χώνει το σουραύλι στο σελάχι του. «Σσς…» μου ξανακάνει και βάζει το δάχτυλό του στο στόμα. «Σσσς».
-Τι παππού;
-Σσσς… σιγαλά μην τα προγκήξεις!
-Ποια παππού;
-Τα’ αρνιά. Ποια άλλα…
Έδειξε.
Ναι, είδα. Αμέτρητα μπουλούκια απ’ αστράκια γυαλοκοπούσανε ξέγνοιαστα στο λιβάδι τ’ ουρανού. «Βοσκάνε» μου λέει με το δάχτυλο στο στόμα.
Σελίδα 77

-Έμαθα πως είσαι απ’ το Τέχοβο. Γιατί δεν τα φυλάς αποκεί πάνου μόν’ κάνεις τόσο δρόμο για να κατέβεις εδώ κάτου;
-Α;… Με μποδάνε τα βουνά, γιε μου, για τ’ αυτό. Δεν το γλέπω ούλο το κοπάδι αποκεί.
Σελίδα 78

Κοίταξα το πουκάμισό του. Ήταν μουντζούρικο… Νάτο που ξεβάφει! Τώρα; Μα τι τώρα; Τώρα ήταν ανώφελο. Ό,τι έγινε δεν ξεγίνεται. Ως αύριο θα ‘μουνα αράπης. Ε, λοιπόν, να! Ας ήμουνα! Για όλα απόφαση χρειάζεται. Αράπης – αράπης. Τι είχε να κάνει; Σάματις οι αράπηδες περπατάνε με το κεφάλι κάτου; Να, αυτός ο Σουκρής… Πάρ’ τον, ασβέστωσ’ τον. Και θάχεις ένα ανθρωπάκι, ένα ελληνάκι σαν όλα, και καλύτερο! Αυτό τελείωσε κι ας μην το ξαναμελετάμε.
Σελίδα 103

Με τίποτις δεν τσακώθηκα τόσο, όσο μ’ αυτά τα «απαγορεύεται». Έβλεπα σ’ ένα μέρος ανθρώπους, κοιτούσα και τον εαυτό μου… ανθρωπάκι ήμουνα κι εγώ. Έκανα να μπω… με γάντζωνε απ’ το λαιμό το «απαγορεύεται». Έβλεπα παιδάκια να γελάνε και να πέφτουν στην άμμο. Όμορφο παιχνιδάκι. Πήγαινα να πέσω στην άμμο κι εγώ κι έπεφτα απάνου στο «απαγορεύεται». Μπούχτισα, το οχρεύτηκα και δεν το ξαναζύγωσα… Είχα μάθει πια – κι ας μ’ έπνιγε ένας κόμπος στο λαιμό – πως τούτη δω ήταν η τάξη του κόσμου. Κακιά, άσχημη,… μα τι να πεις; Αυτή ήταν.
Σελίδα 162

Έφευγα χτυπώντας δυνατά τα πόδια μου στο χώμα. Και τα πετραδάκια τρυπούσαν τις σόλες μου σα μερμήγκια.
Δεν ήρθε πολύ ξοπίσω μου. Έμεινε κει πάνω απ’ το χαντάκι με το χέρι του απλωμένο. Η μιλιά του κρύωσε μέσ’ στα δόντια του. Έμενε. Κι ο αέρας του ανέμιζε τα μαλλιά. Το βλέμμα του κυνηγούσε τα βήματά μου. Όχι, δεν ήθελα να ξέρω κανένα τους.
Έφευγα. Είχα κιόλας χαθεί μες στα μεγάλα δέντρα του δρόμου. Έφευγα πατώντας άτσαλα τα φύλλα. Ήμουν σαν ολομόναχο χελιδόνι που δεν πρόφτασε ν’ ακολουθήσει τ’ αδέλφια του και το πήρε ο χειμώνας. Σε λίγο θα ήταν νύχτα. Κι έτρεμα, μες στ’ απόβροχο… Έτρεμα μα έφευγα.
Σελίδα 179