Σάββατο, 19 Φεβρουαρίου 2011

Νίκος Ντακάκης - Η αδελφότητα των στεναγμών

Νίκος Ντακάκης

Η αδελφότητα των στεναγμών

Α. Α. ΛΙΒΑΝΗ

Θα ήταν τεσσάρων χρονών ο Κώστας Αλεξίου, όταν ρώτησε την Ευτυχία αν ήταν η μητέρα του.

«Όχι, αγόρι μου, θεία σου είμαι», του απάντησε χωρίς να κομπιάσει αυτή.

Την κοίταξε λυπημένος. Βούρκωσαν τα ματάκια του και μαζεύτηκε σε μια γωνιά. Προσπάθησε να το πάρει στην αγκαλιά της και να το κρατήσει εκεί, μα αυτό έκανε σαν αγρίμι. Έκλαιγε, την κλωτσούσε, δεν μπορούσε να το ηρεμήσει με τίποτα.

Τότε σκέφτηκε να βάλει τα μεγάλα μέσα. «Έχω μια δουλειά για σένα», του είπε σοβαρά. «Άντε, σε παρακαλώ, κι άφησε τα παιδιαρίσματα».

Ήξερε πως ο Κώστας, όσο μικροκαμωμένος κι αδύνατος και να ήταν, πάντα ήθελε ν’ απασχολείται με κάτι.

«Τι δουλειά;» τη ρώτησε όλο περιέργεια ο μικρός και σταμάτησε αμέσως το κλάμα.

Η Ευτυχία έκανε πως κοιτάζει από το παράθυρο.

«Παρατεμπέλιασε σήμερα το γαϊδούρι, ούτε μέχρι το βράδυ δεν θα ’χει γεμίσει τη στέρνα με νερό, έτσι που πάει».

«Τώρα θα δει».

Ρούφηξε τη μύτη του και βγήκε έξω φουριόζος. Πήρε το μεγάλο καλάμι που είχε πάντα έξω από την πόρτα κι άρχισε να κυνηγά το γαϊδούρι.

Πήρε κι η Ευτυχία το καλάθι κι ένα μαχαίρι και βγήκε πίσω του. Μάζευε τα κολοκυθάκια από το περιβόλι και παράλληλα τον πρόσεχε. Ήσυχο τον έβλεπε. Απασχολήθηκε με τη δουλειά που του είχαν αναθέσει και βρήκε πάλι το κέφι του. Σε λίγο την πλησίασε. «Είδες πως γυρνάει πιο γρήγορα τώρα;» τη ρώτησε καμαρωτός.

«Εμ και βέβαια. Αφού κατάλαβε πως αν τεμπέλιαζε θα τον έδερνες!»

«Και πού είναι δηλαδή εμένα η μαμά μου τώρα;» την ξαναρώτησε.

Ανασηκώθηκε η Ευτυχία και του ’δειξε τον ουρανό. Μόλις είχε προβάλει ο ήλιος από ένα συννεφάκι, άσπρο και διάφανο, που τον έκρυβε μέχρι εκείνη την ώρα.

«Εκεί πάνω».

«Πού, στο σύννεφο;»

«Ναι, αγόρι μου. Σ’ αυτό το μικρό συννεφάκι. Είναι εκεί πάνω. Κάθεται σε βλέπει και σε καμαρώνει».

Ο μικρός γύρισε προς το σύννεφο θυμωμένος.

«Κατέβα γρήγορα από κει πάνω, ακούς;» φώναξε μ’ όλη του τη δύναμη. Γούρλωσαν τα μάτια του, κοκκίνισε το προσωπάκι του, πετάχτηκαν οι φλέβες στον αδύναμο λαιμό του.

Η Ευτυχία τα ’χασε μ’ αυτή του την αντίδραση. Κόντευαν να την πάρουν τα κλάματα. Το πήρε κοντά της.

«Άκουσέ με, Κωστάκη μου», του είπε στοργικά. «Η μαμά σου ήταν πολύ καλή. Γι’ αυτό τη διάλεξε ο καλός Θεούλης και την πήρε μαζί του. Ήθελε να τον βοηθά και να επιβλέπουν μαζί όλα τα παιδάκια του κόσμου. Αγαπούν τα καλά παιδάκια, όπως είσαι εσύ και προσπαθούν να βάλουν μυαλό στ’ άτακτα».

«Να τα δείρουν».

«Δεν χρειάζεται να τα δείρουν. Να τους μάθουν πρέπει να γίνουν κι αυτά καλά παιδιά σαν κι εσένα».

«Κι εμένα δηλαδή, δεν θα ξανάρθει ποτέ η μαμά μου;»

«Δεν μπορεί τώρα πια. Αλλά στη θέση της άφησε εμένα που σ’ αγαπώ και σε φροντίζω. Αλλά πες μου αλήθεια, πώς σου ήρθε και τα ρωτάς αυτά;»