Τρίτη, 30 Οκτωβρίου 2007

Ο ΞΕΝΟΣ ΑΛΜΠΕΡ ΚΑΜΥ




























Ο ΞΕΝΟΣ

ΑΛΜΠΕΡ ΚΑΜΥ
γράμματα

Τις πρώτες μέρες στο άσυλο, έκλαιγε συχνά. Ήταν όμως από συνήθεια. Μετά από λίγους μήνες, θα έκλαιγε αν την έπαιρναν από το άσυλο. Πάντα από συνήθεια.
Σελίδα 17

«Τη μεταφέραμε στο μικρό μας νεκροθάλαμο. Για να μη συγκινηθούν οι άλλοι. Κάθε φορά που πέθαινε ένας τρόφιμος, οι άλλοι είναι εκνευρισμένοι για δύο ή τρεις ημέρες. Κι αυτό δυσκολεύει την υπηρεσία».
Σελίδα 17

Κοίταζα την εξοχή τριγύρω μου. Ανάμεσα απ’ τις σειρές τα κυπαρίσσια που έφταναν μέχρι τους λόφους κοντά στον ουρανό, μέσα απ’ αυτή την κόκκινη και πράσινη γη, μέσα απ’ αυτά τα λιγοστά και καλοφτιαγμένα σπίτια, καταλάβαινα τη μαμά. Σ’ αυτό τον τόπο, το βράδι θα ‘πρεπε να ‘ταν σα μια μελαγχολική ανάπαυλα. Σήμερα ο ήλιος, που κατέκλυε τα πάντα κι έκανε το τοπίο να σκιρτά, του έδινε κάτι το απάνθρωπο, κάτι το τυραννικό.
Σελίδα 26

Σκέφτηκα ότι ήταν κι αυτή μια Κυριακή τραβηγμένη απ’ τα δόντια, ότι η μαμά ήταν τώρα θαμμένη, ότι θα ξαναπήγαινα στη δουλειά, κι ότι, τελικά, δεν είχε αλλάξει τίποτα.
Σελίδα 34

Δεν είπα τίποτα και με ρώτησε πάλι αν ήθελα να είμαι φίλος του. Είπα πως δε θα με πείραζε: φάνηκε ευχαριστημένος.
Σελίδα 39

Μόνο όταν μου δήλωσε: « Τώρα είσαι ένας πραγματικός φίλος», τότε μου έκανε εντύπωση. Αυτή τη φράση την επανέλαβε κι εγώ είπα: «Ναι». Μου ήταν αδιάφορο αν ήμουνα φίλος του, αυτός όμως, με το ύφος του, έδειχνε στ’ αλήθεια ότι το ήθελε πολύ.
Σελίδα 42

Η σκανδάλη υποχώρησε, άγγιξα τη γυαλιστερή κοιλιά της κάνης, κι εκεί, μέσα στον κρότο τον ξερό μαζί κι υπόκωφο, άρχισαν όλα. Τίναξα από πάνω και τον ήλιο. Κατάλαβα ότι είχα καταστρέψει την ισορροπία της μέρας, την έξοχη σιωπή μιας παραλίας όπου ήμουν ευτυχισμένος. Τότε, τράβηξα άλλες τέσσερις φορές πάνω σ’ ένα κορμί ακίνητο όπου οι σφαίρες βυθιζόντουσαν χωρίς να φαίνεται τίποτα. Κι ήταν σα να χτυπούσα, με τέσσερις σύντομους χτύπους, την πόρτα της δυστυχίας.
Σελίδα 66

Με ρώτησε αν ήμουνα στενοχωρημένος εκείνη την ημέρα. Αυτή η ερώτηση μου προξένησε μεγάλη έκπληξη και μου φαινόταν ότι θα ένιωθα πολύ ενοχλημένος αν έπρεπε να την κάνω εγώ. Απάντησα όμως ότι είχα χάσει κάπως τη συνήθεια να με ρωτάνε και μου ήταν δύσκολο να τον πληροφορήσω. Δεν υπήρχε αμφιβολία ότι αγαπούσα πολύ τη μαμά, αλλά αυτό δε σήμαινε τίποτα. Όλα τα υγιή άτομα είχαν λίγο πολύ ευχηθεί το θάνατο εκείνων που αγαπούσαν.
Σελίδα 70-71

Ένιωθα την επιθυμία να τον διαβεβαιώσω πως ήμουνα όπως όλος ο κόσμος, εντελώς όπως όλος ο κόσμος.
Σελίδα 71

Απάντησα: «Είναι που δεν έχω ποτέ να πω τίποτα σπουδαίο. Γι’ αυτό μένω σιωπηλός».
Σελίδα 72

Όπως και να ‘χει το πράγμα, δεν πρέπει να μεγαλοποιούμε τίποτα κι αυτό εμένα μου ήταν εύκολο απ’ ό,τι σ’ άλλους. Κι όμως, τον πρώτο καιρό που με φυλακίσανε, το πιο σκληρό ήταν ότι σκεφτόμουνα σαν ελεύθερος άνθρωπος.
Σελίδα 81

Όμως ο εισαγγελέας βροντοφώναξε πάνω απ’ τα κεφάλια μας: «Ναι, οι κύριοι ένορκοι θα το λάβουν υπόψη τους. Και θ’ αποφανθούν ότι ένας ξένος μπορούσε να κάνει πρόταση για καφέ, όμως ένας γιός έπρεπε να αρνηθεί, μπροστά στο λείψανο εκείνης που τον έφερε στον κόσμο».
Σελίδα 94

«Κύριοι ένορκοι, την επομένη του θανάτου της μητέρας του, αυτός ο άνθρωπος κολυμπούσε, άρχιζε έναν όχι κανονικό δεσμό, και πήγαινε σ’ ένα έργο κωμικό για να γελάσει. Δεν έχω πια τίποτ’ άλλο να σας πω».
Σελίδα 97

Τότε ο εισαγγελέας γύρισε στους ενόρκους και δήλωσε: «Ο ίδιος άνθρωπος που την επομένη του θανάτου της μητέρας του έπεφτε στην πιο αισχρή ακολασία, σκότωσε για λόγους τιποτένιους και για να ξεκαθαρίσει μία υπόθεση αμφιβόλου ηθικής».
Σελίδα 98

«Μα τελικά κατηγορείται επειδή κήδεψε τη μητέρα του ή επειδή σκότωσε έναν άνθρωπο;»
Σελίδα 99

Προσπάθησα να παρακολουθήσω πάλι γιατί ο εισαγγελέας είχε βαλθεί να μιλάει για την ψυχή μου.
Έλεγε ότι είχε σκύψει επάνω της κι ότι δεν είχε βρει τίποτα, κύριοι ένορκοι. Έλεγε ότι στην πραγματικότητα δεν είχα καθόλου ψυχή και τίποτα το ανθρώπινο, και πως μια από τις ηθικές αρχές που διασώζουν την ανθρώπινη καρδιά δε μου ήταν προσιτή. «Αναμφιβόλως» πρόσθεσε, «δε θα μπορούσαμε να τον κατακρίνουμε γι’ αυτό. Εκείνο που δε θα ήταν σε θέση να αποκτήσει, δε μπορούμε να παραπονιόμαστε ότι του λείπει. Αλλά όταν πρόκειται για το δικαστήριο τούτο, η εντελώς αρνητική αρετή της ανεκτικότητας, οφείλει να μεταβάλλεται σε μια αρετή, λιγότερο εύκολη αλλά πολύ ανώτερη, την αρετή της δικαιοσύνης. Προπαντός όταν η κενότητα της καρδιάς, όπως αποκαλύπτεται σ’ αυτό τον άνθρωπο, γίνεται μια δίνη όπου μπορεί να παρασυρθεί η κοινωνία».
Σελίδα 104

Δεν βρήκα τον καιρό γιατί ο πρόεδρος μου είπε μ’ έναν τρόπο περίεργο ότι θα μου κόβανε το κεφάλι σε μια δημόσια πλατεία εν ονόματι του γαλλικού λαού.
Σελίδα 109

Όταν μου συμβαίνει κάτι, προτιμώ να είμαι παρών.
Σελίδα 114

Η μαμά έλεγε συχνά ότι ποτέ δεν είναι κανείς εντελώς δυστυχισμένος.
Σελίδα 114

Εν πάση περιπτώσει δεν ήμουνα σίγουρος για το τι μ’ ενδιέφερε πραγματικά, αλλά ήμουνα απολύτως σίγουρος γι’ αυτό που δε μ’ ενδιέφερε. Κι αυτό ακριβώς για το οποίο μου μιλούσε δε μ’ ενδιέφερε.
Σελίδα 117

Όσο για μένα, δεν ήθελα να με βοηθήσει και μάλιστα δεν πρόφταινα κιόλας να ενδιαφερθώ γι’ αυτό που δε μ’ ενδιέφερε.
Σελίδα 118