Τρίτη, 15 Μαΐου 2007

Γιάννης ΡΙΤΣΟΣ ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΚΩΤΤΗ


Γιάννης ΡΙΤΣΟΣ
ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΚΩΤΤΗ
ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ

Ο Παλαμάς απαντά: «Ο Ρίτσος είναι ένας νέος ποιητής .……..
»Συνήθως οι φίλοι μου φροντίζουν να τονίζουν τη συγκαταβατικότητά μου στις κρίσεις μου. Συγκαταβατικοί κι αυτοί, αν δεν είναι ειρωνικοί. Αλλά εγώ στην κριτική μου, ευγενικά, βέβαια, πάντα, τη συγκατάβαση δεν την γνωρίζω. Γνωρίζω μόνο την συνανάβαση. Δεν συγκατεβαίνω. Συνανεβαίνω. Αν θα μείνει τίποτε στον καιρό μου από την κριτική μου στους ποιητές, αυτό θα είναι. Δεν συγκατεβαίνω. Συνανεβαίνω. Το ξαναλέω. Μάλιστα, για το νέο ποιητή, για τον Ρίτσο».
Σελίδα 81

Αυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό,
Αυτές οι πέτρες δε βολεύονται κάτου απ’ τα ξένα βήματα,
Αυτά τα πρόσωπα δε βολεύονται παρά μόνο στον ήλιο,
Αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο.
60*
«Ρωμιοσύνη», «Αγρύπνια», «Ποιήματα», τόμος Β΄, εκδόσεις «Κέδρος», σελ.59
Σελίδα 89


Αχ, να φυσήξει μια, να πάρει σβάρνα τις πορτοκαλιές της θύμησης,
αχ, να φυσήξει δυο, να βγάλει σπίθα η σιδερένια πέτρα σαν καψούλι,
αχ, να φυσήξει τρεις και να τρελλάνει τα ελατόδασα στη Λιάκουρα,
Να δώσει μια με τη γροθιά του να τινάξει την τυράγνια στον αγέρα….
65* «Ρωμιοσύνη», «Αγρύπνια», «Ποιήματα», τόμος Β΄, εκδόσεις «Κέδρος», σελ.64
Σελίδα 94


Η απάντησή του;
«Θα είναι τιμή να θυσιάσω τη ζωή μου γι’ αυτό που πιστεύω, θα είναι το καλύτερο ποίημα που έχω γράψει στη ζωή μου». 87*
Ό.π.
Σελίδα 112


Σηκώθηκα κι έκανα τα τρία βήματα που μου απομένανε. Με περιμένανε όλοι, όλοι. Δεν έλειπε κανείς, ούτε και η άδεια μου καρέκλα, ούτε η πένα που θα υπόγραφα. Όλοι και όλα ήταν εκεί.
-Δε θα σας απασχολήσω πολύ κύριοι, είπα.
-Καθίστε.
-Όχι, ευχαριστώ. Ήρθα μόνο να σας πω ότι δεν θα υπογράψω.
-Πως; Μα το πρωί…
-Έχετε δίκιο. Όμως, πριν μπω εδώ, σταμάτησα και κουβέντιασα με τη συνείδησή μου.
-Έκανες σε κανέναν κακό; Τη ρώτησα. Μου είπε: Όχι. Αγαπάς όλον τον κόσμο; Μου απάντησε, ναι. Αγαπάς πολύ την Ελλάδα; Μου είπε: Απέραντα. Βλέπετε κύριοι αυτά τα πράγματα οι άνθρωποι τα ζουν, δεν τα υπογράφουν. Κι έφυγα». 88* Η διήγηση του Μάνθου Κέτση μόλις μια βδομάδα μετά το γυρισμό του απ’ τη Μακρόνησο καταγράφηκε από την Τατιάνα Γκρίτση-Μιλλιέξ. Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Διαβάζω», τεύχος 205, σ.47 (ο πρόλογος της συγγραφέως) και σσ. 48-51
Σελίδα 114

Και λέει «τα κρατήσαμε απ’ την κολεχτίβα μας για να ‘ρθούμε να τα προσφέρουμε σε σένα». ΄Ενας άλλος φέρνει ένα μήλο, το οποίο ήταν απ’ το Βόλο. Λέει τους είχαν στείλει τρία κι αποφάσισαν όλοι το ένα μήλο να το φέρουν στον Ρίτσο.
……..
Έ, λοιπόν, τέτοια δώρα δέχτηκα στη ζωή μου. Τέτοια δώρα, αναντικατάστατα, μοναδικά. Τι ‘ναι τα χρυσάφια, τι ‘ναι τα βραβεία, τι ‘ναι τα μετάλλια; (…) Ένιωσα ότι ξαφνικά μου δώσανε όλους τους θησαυρούς του κόσμου».
Σελίδα 118

Αλλά, μέσα στην οίηση και στην αναλγησία τους, ξέχασαν πως σε τούτα δω τα μάρμαρα καμιά σκουριά δεν πιάνει.
Σελίδα 146

Άλλοτε πήγα να πετάξω σωρό κόκαλα του μαγειρείου. Με πρόσφτασε ο Νικολαίδης. Μη, είναι τα κόκαλα του Ρίτσου! Ήταν χοντρά κόκαλα βοδιού, που τα ετοίμαζαν για να τα ζωγραφίσει ο Ρίτσος».
Σελίδα 150


«…….
Που τελειώνει το χρέος και πού αρχίζει η ποίηση; Οι άνθρωποι εύκολα αναγνωρίζουν και επικροτούν μέσα στους στίχους τις ιδέες που αγαπούν, μα δύσκολα πολύ προσεγγίζουν την ποίηση».
Σελίδα 165

Κι ωστόσο, το ερώτημα που θέτει σε κάποιο άλλο ποίημα, όχι σχετικό με τη δόξα, παραμένει μετέωρο: «Να το πεις τιμωρία; Να το πεις ανταμοιβή;» Και τα δυο ίσως.
Σελίδα 169

Σύμβολο ή όχι, εκείνος επιμένει να σηκώνεται νωρίς το πρωί και να αρχίζει να γράφει στις 9. «Το καθήκον;» τον ρωτούσαν. «Η ανάγκη», αποκρινόταν.
Σελίδα 170

«Μεθ’ ημών» και οι υποθήκες του. Κι ακόμα περισσότερο, η συγκλονιστική του παρακαταθήκη:
Να με θυμόσαστε- είπε.
…….
Σελίδα 197