Παρασκευή, 30 Μαρτίου 2007

Η ΜΠΟΡΑ ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ




Η ΜΠΟΡΑ

ΑΛΚΥΟΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ

Εγώ δεν ξέρω πολλά γράμματα. Μα όπως κάθομαι τις νύχτες στην αυλή μου και κοιτάζω τ’ αστέρια, σκέφτομαι και μερικά πράματα. Σκέφτομαι λοιπό, τι διαφορά υπάρχει να ‘σαι μέσα στους ανθρώπους ή μέσα στα θερία. Και λέω πως με τα θερία, είναι καλύτερα. Στο κάτω κάτω, αυτά τα ξέρεις. Είναι θερία, λες. Και φυλάγεσαι. Τους ανθρώπους όμως; Μέχρι να πάρεις είδηση τι θεριό έχεις δίπλα σου, σε κατασπάραξε. Πάει. Τους ανθρώπους εγώ τρέμω. Τους όμοιούς μου. Που μιλούνε, που χαϊδεύουνε , που χιχιρίζουνε, που χαιρετούνε. Αλίμονο απ’ αυτούς, Χριστέ μου. Αλίμονο και τρισαλίμονο.
Σελίδα 42


Δεν έμαθα γράμματα πολλά. Δεν εδιάβασα τα βιβλία που γράψανε οι σοφοί. Θα ‘θελα να ‘ξερα μονάχα πώς γίνονται όλ’ αυτά. Πώς αλαφρώνει τόσο το κορμί, πώς δροσερεύει η ψυχή, κι ακόμη πού βρίσκεται και ξεμπουκάρει τόση δύναμη. Από τη μια ώρα στην άλλη… Πώς γίνονται όλα τούτα τα πράματα… Σαν να ‘ναι ο ίδιος ο Θεός που κατεβαίνει και θρονιάζεται στον άνθρωπο. Σαν να γίνεται θάμα… Εγώ μόνο να τα νιώθω μπορώ… Τίποτις άλλο.
Σελίδα 83

Σ’ ευχαριστώ, Θε μου, που μ’αξίωσες να δω τον κόσμο που έπλασες. Να δω τη θάλασσα, τον ουρανό, τους κάμπους. Σ’ ευχαριστώ γιατί με πήρες κρυφά ένα βράδυ, και μου ψιθύρισες στ’ αυτί:
«Κοίταξε τη γη, Σοφία. Κοίταξε το έργο μου. Σ’ αρέσει;»
Αριστούργημα είναι, Θε μου. Μπράβο σου! Γεια στα χέρια σου, που λένε. Μπορεί να μου’ δωκες βάσανα πολλά. Κι ασήκωτα. Μα μου φύλαες δώρο ακριβό. Τι θα ‘ρθει από δω και μπρος, μόνο εσύ το ξέρεις. Μα ό,τι και να ‘ ναι, δεν πειράζει.
Σελίδα 84

Ο Θεός να μην αφήνει το άνθρωπο που του ‘ρθε η κεραμίδα, να συναντά στο διάβα του εκείνους που του λέγανε να φυλάγεται…
Σελίδα 149